«Θεσσαλονικέων Μητρόπολις»: μια πρώτη ματιά στο νέο μουσείο της Θεσσαλονίκης
- Ναυσικά Στεφανίδου

- 2 days ago
- 4 min read

Η Θεσσαλονίκη απέκτησε πρόσφατα ένα πολυσυζητημένο μουσείο πόλης, το οποίο φιλοξενεί τα ευρήματα από τις ανασκαφές των έργων του Μετρό. Η ονομασία του «Θεσσαλονικέων Μητρόπολις» προκύπτει από μία επιγραφή του 3ου αι. που ανασύρθηκε από τις ανασκαφές στον σταθμό Βενιζέλου. Τί περιλαμβάνει η έκθεση του Μουσείου; Έγινε σωστά η διαχείριση μνήμης του πρώην στρατοπέδου Παύλου Μελά; Όλα αυτά και πολλά περισσότερα θα αναλυθούν στη συνέχεια.

Τόσο ως πολίτης της Θεσσαλονίκης όσο και ως αρχαιολόγος - πολιτιστική διαχειρίστρια, δεν θα μπορούσα να μην αναφέρω αρχικά ότι οι αρχαιότητες που εκτίθενται στο μουσείο αποσπάστηκαν με Υπουργική Απόφαση από τον τόπο εύρεσής τους. Οι αντικρουόμενες απόψεις διαχείρισης των σημαντικών ευρημάτων κατέκλυσαν για χρόνια τον δημόσιο διάλογο στην πόλη. Η διαφωνία με την απόφαση αυτή είχε λάβει σημαντικό χώρο στην πόλη, τόσο στους δρόμους, με κινητοποιήσεις των πολιτών, όσο και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπου είχαν οργανωθεί ενημερωτικές ημερίδες από καθηγητές/τριες του Τμήματος Ιστορίας-Αρχαιολογίας. Ορισμένα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα επανατοποθετήθηκαν στους σταθμούς Αγίας Σοφίας και Βενιζέλου, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των ευρημάτων που ανασύρθηκε εκτίθεται πλέον στις αίθουσες του Μουσείου «Θεσσαλονικέων Μητρόπολις».
Το μουσείο φιλοξενείται στο πρώην στρατόπεδο Παύλου Μελά στα δυτικά της πόλης και, συγκεκριμένα, στεγάζεται στο διατηρητέο κτίριο στρατωνισμού Α3, το οποίο έχει μήκος 150 μ. και έκταση 3.500 τ.μ. Το ενδιαφέρον ξεκινά ήδη από την ιστορία του ίδιου του στρατοπέδου, που αποτελεί έναν σημαντικό τόπο μνήμης. Λειτούργησε για πρώτη φορά ως στρατόπεδο ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, στεγάζοντας κτιριακές εγκαταστάσεις του οθωμανικού στρατού, και μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912 περιήλθε στον ελληνικό στρατό. Η βαριά κληρονομιά που άφησαν τα χρόνια της Κατοχής αφορά τη λειτουργία του χώρου ως τόπου μαρτυρίου. Την περίοδο 1941-1944 εκτελέστηκαν εκεί πάνω από 140 αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, ενώ το κτίριο στρατωνισμού Α2 αποτέλεσε τόπο συγκέντρωσης Γιουγκοσλάβων κρατουμένων.
Το 2017 ο χώρος παραδόθηκε στην τοπική κοινότητα από την κυβέρνηση. Υπήρξε σημαντικός δημόσιος διάλογος στην πόλη για τον καλύτερο τρόπο αξιοποίησης της μεγάλης έκτασης του στρατοπέδου ως χώρου πρασίνου χωρίς, όμως, να περάσει στη λήθη η σημαντική ιστορία του. Η σωστή διαχείριση τόπων μνήμης που είναι φορείς δύσκολης πολιτιστικής κληρονομιάς είναι ένα απαιτητικό ζήτημα. Χρήζει ιδιαίτερης προσοχής από τους θεσμικούς φορείς, καθώς αφορά σύμβολα που συνδέονται με «σκοτεινές» ή αμφιλεγόμενες περιόδους της ιστορίας.
Με την ίδρυση του Μουσείου εντός του κτιρίου Α3, σημειώνεται μεταβολή (αλλοτρίωση) της μνήμης και της ιστορικής του ακρίβειας. Ωστόσο, καθώς το συνολικό έργο του Μητροπολιτικού Πάρκου δεν έχει ολοκληρωθεί, μέλλεται να δούμε πως θα αξιοποιηθεί το υπόλοιπο διατηρητέο κτιριακό απόθεμα όσο και ο ίδιος ο περιβάλλων χώρος, καθώς αναφέρεται ότι θα δημιουργηθεί εντός του «πλατεία Μνήμης». Εξ’ άλλου, η πολιτεία προπονεί τους Θεσσαλονικείς, ώστε να συνηθίζουν να συνυπάρχουν και να αξιοποιούν ανολοκλήρωτα έργα…

Όσον αφορά το ίδιο το μουσείο, η έκθεση των αρχαιοτήτων του μετρό χωρίζεται σε δύο ορόφους: τα ευρήματα στο ισόγειο προέρχονται από ανασκαφές σταθμών εκτός των τειχών της πόλης (Νέος Σιδηροδρομικός Σταθμός, Δημοκρατίας, Σιντριβάνι, Πανεπιστήμιο, Φλέμινγκ, αμαξοστάσιο Πυλαίας), ενώ στον όροφο αναπτύσσονται τα ευρήματα των σταθμών Βενιζέλου και Αγίας Σοφίας, που χωροθετούνται εντός των τειχών. Ανάμεσά τους συναντά κανείς κεραμική, επιτύμβιες στήλες, γλυπτά, λάρνακες και σαρκοφάγους με διακόσμηση ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής, τοιχογραφίες, κοσμήματα και πολλά ακόμη ευρήματα. Μάλιστα, τα κοσμήματα που έχουν ανασυρθεί είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακά και λεπτοδουλεμένα, καθρεφτίζοντας την αισθητική και την ευημερία της πόλης. Παρατηρώντας τα, δεν μπόρεσα να μη θυμηθώ αντίστοιχα κοσμήματα εξαιρετικής τέχνης στο Βυζαντινό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Είναι από εκείνες τις στιγμές που διαφορετικές μουσειακές εμπειρίες συνομιλούν μεταξύ τους.
Η μουσειολογική επιμέλεια είναι αρκετά εύστοχη και λειτουργική, αναδεικνύοντας την ιστορία της πόλης και την εξέλιξη του αστικού της χώρου. Η χρονολογική αφήγηση συμπορεύεται με τον decumanus maximus, τον πρόδρομο της σημερινής Εγνατίας οδού. Ο σημαντικός αυτός οδικός άξονας αποδίδεται με τη χρήση διαφόρων ψηφιακών μέσων, οριοθετώντας τα ευρήματα που παρουσιάζονται.
Ιδιαίτερα κατατοπιστικός και ενδιαφέρων είναι ο τρόπος που παρουσιάζεται η πολεοδομική εξέλιξη της πόλης, εισάγοντας τους επισκέπτες στην ιστορία της Θεσσαλονίκης από την ίδρυσή της από τον Κάσσανδρο (315/5 π.Χ.) έως την καταστροφική πυρκαγιά του 1917. Μέσω των ενημερωτικών χαρτών, του εποπτικού υλικού και των βίντεο αναπαράστασης, δίνεται μια ολιστική προσέγγιση στις ετερόκλητες φάσεις της ανάπτυξης της πόλης, καθώς και στις καταστροφές της, δημιουργώντας ένα πλαίσιο συνοχής για το context των εκτιθέμενων ευρημάτων.
Η δουλειά μιας δεκαετίας φαίνεται πως έχει αποδώσει καρποφόρα αποτελέσματα, χωρίς να λείπουν βέβαια ορισμένες παραλήψεις και προτάσεις για μελλοντικές βελτιώσεις. Είναι άξιο προσοχής το γεγονός ότι ενώ το μουσείο ως «σύγχρονος» φορέας πολιτισμού αξιοποιεί διάφορα ψηφιακά μέσα για την καλύτερη επικοινωνία της πληροφορίας, δεν έχει μεριμνήσει το ίδιο για την προσβασιμότητά του.

Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη με σπουδαία ιστορία και ιδιαίτερα ενεργή πολιτιστική κοινότητα. Σταδιακά, αυξάνονται οι πρωτοβουλίες ανάδειξης της πολιτιστικής της κληρονομιάς, είτε πρόκειται για το παρελθόν της (ίδρυση Μουσείου) είτε για τη σύγχρονη καλλιτεχνική δραστηριότητα (Φεστιβάλ Κινηματογράφου, Διεθνής Έκθεση Βιβλίου, Φεστιβάλ Επταπυργίου κ.ά.). Το Μουσείο «Θεσσαλονικέων Μητρόπολις» αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς την ανανέωση του μουσειακού χάρτη της πόλης, προσφέροντας μια ολοκληρωμένη αφήγηση και τεκμηρίωση της στρωματογραφίας της. Το μουσείο συνδέεται πλέον με έναν τόπο μνήμης, ανοίγοντας μετά από χρόνια την πρόσβαση σε αυτόν και αξιοποιώντας παράλληλα έναν σημαντικό χώρο πρασίνου για την πυκνοκατοικημένη δυτική Θεσσαλονίκη. Τέτοιες πρωτοβουλίες αποτελούν πολιτιστική ανάσα για μια πόλη που διαρκώς τείνει να ανθίζει, αλλά ταλαιπωρείται από τα ανολοκλήρωτα έργα. Πρόκειται για μια υπενθύμιση ότι η Θεσσαλονίκη έχει μεγάλες δυνατότητες εμπλουτισμού της πολιτιστικής της ταυτότητας.











Comments