Ιστορίες παράλληλες: Η τέχνη συναντά την μόδα

Updated: 1 day ago
Τι συμβαίνει όταν η τέχνη εγκαταλείπει τον καμβά και περνά στον κόσμο του ενδύματος; Όταν ένας καλλιτέχνης και το έργο του δεν αποτελούν απλώς πηγή έμπνευσης, αλλά συνομιλούν με τη δημιουργική σκέψη ενός σχεδιαστή; Η ιστορία της μόδας του 20ου αιώνα έχει να επιδείξει μερικές από τις πιο συναρπαστικές συναντήσεις της με τις καλές τέχνες. Δημιουργίες που γεννήθηκαν από αυτόν τον ανοιχτό διάλογο έχουν αποκτήσει παγκόσμια αναγνώριση ενταγμένες σε σημαντικές συλλογές, επιβεβαιώνοντας πως η μόδα μπορεί να ξεπεράσει τα όρια του ενδύματος και να διεκδικήσει τη θέση της ως μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης.

Mariano Fortuny και η σύζυγος του, Henriette Nigrin- Φόρεμα Delphos (1907)
Το 1907, ο Mariano Fortuny, πολυπράγμων καλλιτέχνης και εφευρέτης, και η σύζυγός του, Henriette Nigrin, έμπειρη μοδίστρα και πρώην μοντέλο, δημιουργούν από κοινού το ένδυμα Delphos, ένα φόρεμα-ορόσημο στην ιστορία της μόδας. Η συμβολή της Nigrin, η οποία αναγνωρίστηκε πρόσφατα, υπήρξε καθοριστική, καθώς συνδέεται με την επινόηση της χαρακτηριστικής τεχνικής πτύχωσης του μεταξιού, που χάρισε στο φόρεμα τη μοναδική υφή και την ελευθερία κίνησής του.

Το ένδυμα βασίζεται σε ένα απλό ορθογώνιο πατρόν και αποτελείται από τέσσερις ή πέντε στρώσεις μεταξωτού σατέν ή ταφτά, με πολύ χαρακτηριστικές λεπτές πτυχώσεις. Έδενε απαλά στη μέση, ενώ το ντεκολτέ και τα μανίκια ήταν ρυθμιζόμενα με τη βοήθεια ενός μεταξωτού κορδονιού διακοσμημένου με χάντρες από γυαλί Μουράνο. Εμπνευσμένο από τον χιτώνα του χάλκινου αγάλματος του Ηνιόχου των Δελφών, το ένδυμα αυτό τάραξε τα νερά της ενδυματολογικής πραγματικότητας της εποχής, όπου το γυναικείο σώμα κλεινόταν σε σφιχτούς κορσέδες. Οι ανάλαφρες και λεπτές πτυχώσεις αγκάλιαζαν αέρινα πλέον το κορμί, επιτρέποντάς του τη φυσική κίνηση και προσδίδοντας ελευθερία μέσω της ελαστικότητας του ρούχου και των παιχνιδισμάτων του φωτός πάνω στο βαμμένο ύφασμα.
Κάθε φόρεμα Delphos είναι μοναδικό, καθώς οι πτυχώσεις και η διαδικασία βαφής, κατασκεύασματα ευρεσιτεχνίας του ζεύγους Fortuni, γίνονταν με το χέρι, παραδίδοντας κάθε φορά ένα προϊόν με μικρές παραλλαγές και αποτελώντας σήμερα ένα συλλεκτικό και διαχρονικό ένδυμα.
Η Elsa Schiaparelli σε σουρεαλιστικά μονοπάτια
Στο Παρίσι του Μεσοπολέμου, η Ιταλίδα σχεδιάστρια Elsa Schiaparelli (1890-1973) μετέτρεψε τη μόδα σε πεδίο καλλιτεχνικού πειραματισμού, αντλώντας έμπνευση από τον Σουρεαλισμό, ένα καλλιτεχνικό κίνημα που αναζητούσε νέους τρόπους έκφρασης μέσα από τα όνειρα, το ασυνείδητο και την αμφισβήτηση της συμβατικής λογικής. Για τη σχεδιάστρια, το ένδυμα δεν αποτελούσε απλώς αντικείμενο αισθητικής, αλλά ένα μέσο έκφρασης που μπορούσε να προκαλέσει, να ξαφνιάσει και να διευρύνει τα όρια ανάμεσα στη μόδα και την τέχνη: να προκαλεί τα βλέμματα προς μια επεξεργασία ξανά και ξανά των μικρών ή μεγάλων λεπτομερειών που συνήθιζε να προσθέτει στις τολμηρές δημιουργίες της.

Η δημιουργική της πορεία συνδέθηκε με ένα ευρύ δίκτυο καλλιτεχνών της πρωτοπορίας. Ο Salvador Dali υπήρξε ο πιο εμβληματικός συνεργάτης της: μαζί δημιούργησαν τη συλλογή Circus το 1938 με τα αξιοπρόσεκτα κουμπιά-ακροβάτες, το Lobster Dress (1937), το Shoe Hat και τα Skeleton Dress και Tears Dress (1938). Παράλληλα, ο Γάλλος καλλιτέχνης και συγγραφέας Jean Cocteau σχεδίασε μοτίβα για ενδύματά της, όπως το περίφημο βραδινό παλτό του 1937, στην πλάτη του οποίου δύο κεντημένα αντικριστά προφίλ σχηματίζουν ένα βάζο με τριαντάφυλλα στο επάνω μέρος των ώμων.
Οι συνεργασίες της επεκτάθηκαν και πέρα από τον χώρο της ζωγραφικής. Με τη συγγραφέα και καλλιτέχνιδα Elsa Triolet δημιούργησε το 1931 το περίφημο Aspirin Necklace, ένα κολιέ από πορσελάνινα στοιχεία που παρέπεμπαν σε δισκία ασπιρίνης. Ο φωτογράφος Man Ray, στενός της φίλος, συνέβαλε στη διαμόρφωση της ιδιαίτερης οπτικής ταυτότητας του οίκου μέσα από πορτρέτα και φωτογραφίες που αξιοποιούσαν την αισθητική του σουρεαλισμού. Στον δημιουργικό της κύκλο περιλαμβάνονταν επίσης ο Christian Bérard, ο εικονογράφος Marcel Vertès και ο ζωγράφος Kees van Dongen, ενώ φωτογράφοι όπως ο George Hoyningen-Huene και ο Cecil Beaton συνέβαλαν στην προβολή των δημιουργιών της.

Η ενδυματολογική παρακαταθήκη της Schiaparelli αποκαλύπτει μια ιδιαίτερη πτυχή της κατεξοχήν ραπτικής, η οποία συνυπάρχει με ανατρεπτικά μοτίβα, ασυνήθιστα υλικά και οπτικές ψευδαισθήσεις, μετατρέποντας το ένδυμα σε μια φορέσιμη μορφή τέχνης που προκαλούσε τον θεατή να κοιτάξει επίμονα για να διακρίνει αν αυτό που βλέπει είναι αλήθεια ή όνειρο.
Ο φόρος τιμής του Yves Saint Laurent στη γεωμετρία του Mondrian
Το 1965, ο Yves Saint Laurent (1936-2008) παρουσίασε μια σειρά φορεμάτων που έμελλε να αλλάξει τη σχέση ανάμεσα στην τέχνη και τη μόδα. Αντλώντας έμπνευση από τα έργα του Ολλανδού ζωγράφου Piet Mondrian (1872-1944), μετέφερε τη απόλυτη γεωμετρική αφαίρεση του κινήματος του Νεοπλαστικισμού ή ευρύτερα γνωστού ως De Stijl, στον χώρο της υψηλής ραπτικής. Οι καθαρές μαύρες γραμμές, τα ορθογώνια πεδία γεμισμένα με έντονες βασικές αντιθέσεις του κόκκινου, του μπλε και του κίτρινου, μεταμόρφωσαν τον καμβά σε ένδυμα.

Η έμπνευση προήλθε από ένα βιβλίο για τον Mondrian που είχε χαρίσει στον σχεδιαστή η μητέρα του. Στην κολεξιόν του 1965-66, 26 από τα 106 σχέδια παρουσίαζαν αναφορές στο έργο του ζωγράφου. Τα φορέματα, με λιτή, άλφα γραμμή, κατασκευάστηκαν από μάλλινο ζέρσεϊ, με χρωματικά τμήματα ενσωματωμένα μεταξύ τους έτσι ώστε οι ραφές να παραμένουν σχεδόν αόρατες. Πίσω από την οπτική τους απλότητα κρυβόταν, επομένως, μια απαιτητική τεχνική κατασκευής, που επέτρεπε στη γεωμετρία του πίνακα να διατηρείται πάνω στην ανατομία και στις κινήσεις του σώματος.
Το κοντό μήκος τους αποτελεί απότοκο της επανάστασης στη μόδα της δεκαετίας του ’60, με την εισαγωγή του ρηξικέλευθου μίνι από τη Mary Quant στη Βρετανία το 1962 και την καθιέρωσή του από τον André Courrèges στη Γαλλία το 1965.

Η γρήγορη υιοθέτησή του το ανέδειξε σε σύμβολο νεανικότητας, γυναικείας χειραφέτησης και των ευρύτερων κοινωνικών αλλαγών της εποχής, προσδίδοντας στα φορέματα Mondrian του Yves Saint Laurent έναν ακόμη πιο σύγχρονο και συνάμα ιστορικό χαρακτήρα. Η υποδοχή υπήρξε ενθουσιώδης και τα φορέματα έγιναν γρήγορα εμβληματικά, αντιγράφτηκαν ευρέως και συνέβαλαν στην αναγνωρισιμότητα του Mondrian στο γαλλικό κοινό, το οποίο υποδέχτηκε την πρώτη ρετροσπεκτίβα του καλλιτέχνη στο Παρίσι το 1969.
Η σειρά Mondrian δεν αποτέλεσε απλώς μια εκτύπωση ζωγραφικών μοτίβων πάνω σε ύφασμα. Ο Yves Saint Laurent μετέφερε τις αρχές της αφαιρετικής ζωγραφικής σε μια τρισδιάστατη, φορέσιμη σύνθεση, όπου το χρώμα και η γραμμή συνυπήρχαν με τη λειτουργικότητα και την κίνηση. Ράβοντας τους ορθογώνιους και τετράγωνους κόσμους του Mondrian σε ύφασμα, οριοθετημένους με μαύρες ευθείες γραμμές και λευκούς κάμπους πλήρεις με βασικά χρώματα, ο φόρος τιμής του Yves Saint Laurent στον Ολλανδό ζωγράφο αποτέλεσε μια από τις πιο εμβληματικές στιγμές της συνάντησης της μοντέρνας τέχνης με τη μόδα, αποδεικνύοντας πως η αφαιρετική ζωγραφική μπορούσε να μετασχηματιστεί σε ένα σύγχρονο, φορέσιμο έργο τέχνης.



Comments