The First Homo-sexuals: Η γέννηση νέων ταυτοτήτων

Ίσως ο καιρός να περνάει πιο γρήγορα από όσο θα θέλαμε πολλές φορές, αλλά ποτέ δεν είναι αργά να ρίχνουμε μια ματιά στο παρελθόν. Με αυτή τη σκέψη, θα δούμε σήμερα μια ολοκληρωμένη περιοδική έκθεση με έναν αρκετά «πιασάρικο», θα μπορούσε να πει κανείς, τίτλο του Kunsthistorisches Museum της Βασιλείας.

Η έκθεση του μουσείου που με υποδέχτηκε στην πόλη της Βασιλείας είχε τον τίτλο The First Homosexuals: The Birth of New Identities 1869–1939 (Οι πρώτοι ομοφυλόφιλοι: Η γέννηση νέων ταυτοτήτων). Η έκθεση επιχειρούσε να προσεγγίσει ένα συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο στην ιστορία και τη γέννηση του όρου Homosexual.
Πριν ακόμα ο ίδιος επισκεφτώ την έκθεση, είχα την ευκαιρία να συζητήσω με πολλούς επισκέπτες της για αυτή, συλλέγοντας διαφορετικές απόψεις - θετικές και αρνητικές. Οι αρνητικές, θα έλεγα, δεν είχαν να κάνουν με την ποιότητα και την έρευνά της, αλλά κυρίως με άλλες προσδοκίες που υπήρχαν λόγω του τίτλου, με κάποιους να θεωρούν, για παράδειγμα, ότι θα πρόκειται για μια πιο γενικού περιεχομένου και χρονικού πλαισίου έκθεση γύρω από την ομοφυλοφιλία και την τέχνη.
Σήμερα, θεωρούμε τη λέξη ομοφυλόφιλος αυτονόητη, σαν να ήταν πάντα όρος της καθημερινής μας γλώσσας. Πριν όμως από περίπου 150 χρόνια, ο όρος έκανε την εμφάνισή του στον γερμανόφωνο κόσμο. Στην πραγματικότητα, ο όρος ομοφυλόφιλος/η, όπως και η ομοφυλοφιλία, προέρχεται από τον γερμανικό όρο Homosexuell, που ο Károly Mária Kertbeny χρησιμοποίησε σε γράμμα του το 1869. Στα ελληνικά, η λέξη ομοφυλοφιλία αποτέλεσε μεταγενέστερη ελληνογενή απόδοση του όρου, ενώ το ομοφυλόφιλος σχηματίστηκε από αυτήν.

Όπως είναι φυσικό, αυτό δεν σημαίνει ότι η έλξη ατόμων του ίδιου φύλου δεν υπήρχε και πριν από τη δημιουργία του σύγχρονου όρου. Αυτό που άρχισε να μεταβάλλεται ήταν ο τρόπος με τον οποίο η κοινωνία τον κατανοούσε και τον κατηγοριοποιούσε. Για παράδειγμα, γύρω στον 16ο και 17ο αιώνα ξεκίνησε να διαδίδεται μια πιο έντονα αρνητική στάση προς τον έρωτα ανθρώπων του ίδιου φύλου στην τέχνη. Παρόλα αυτά, υπήρχαν πάντοτε ομοερωτικές παραστάσεις. Στον Νεοκλασικισμό, λόγου χάρη, στα τέλη του 18ου αιώνα, κάτω από τον μανδύα της κλασικής μυθολογίας, οι καλλιτέχνες ήταν ικανοί να εκφράσουν και να κρύψουν ομοερωτικά μοτίβα.
Η ιστορία αυτή, βέβαια, δεν περιορίζεται στον ευρωπαϊκό χώρο. Σε διάφορες κοινωνίες υπήρχαν ποικίλες μορφές σχέσεων και εκφράσεων του φύλου και της σεξουαλικότητας, οι οποίες δεν αντιμετωπίζονταν πάντοτε με την ίδια αποδοκιμασία που συναντάμε σε συγκεκριμένα ευρωπαϊκά ιστορικά και θρησκευτικά πλαίσια. Επομένως, προτού καν αναφερθούμε στις επόμενες θεματικές της έκθεσης, θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε πως η ιστορία της ομοφυλοφιλίας δεν είναι μια απλή πορεία από την καταπίεση προς την αποδοχή. Πρόκειται για μια πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα, στην οποία διαφορετικές κοινωνίες ανέπτυξαν ποικίλους τρόπους για να κατανοούν, να ρυθμίζουν, να αποδέχονται ή να καταδικάζουν την ομοερωτική επιθυμία.
Ανατρέχοντας στον 19ο αιώνα, και ιδιαίτερα μετά την εμφάνιση και σταδιακή διάδοση του όρου «ομοφυλόφιλος/η», οι αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία της εποχής αντιλαμβανόταν τη σεξουαλικότητα άρχισαν να αποτυπώνονται και στην τέχνη. Η ομοερωτική επιθυμία εμφανίζεται πλέον με ολοένα και περισσότερες μορφές, άλλοτε με υπαινικτικές αναφορές και συμβολισμούς και άλλοτε με πιο άμεσες απεικονίσεις. Μάλιστα, κάνουν την εμφάνισή τους και πορτρέτα καλλιτεχνών μαζί με τους συντρόφους τους.

Η αλλαγή, όμως, δεν αφορούσε μόνο την ορατότητα —η οποία, αν και δεν ήταν το ζητούμενο σε πολλά έργα του 19ου αιώνα, κατέστη πιο εμφανής τον 20ό. Η ουσιαστική διαφοροποίηση έγκειται στη σταδιακή αντίληψη της ομοφυλοφιλίας, όχι απλώς ως μιας σεξουαλικής πράξης ή μιας ιδιωτικής προτίμησης, αλλά ως συστατικού στοιχείου της ταυτότητας του ατόμου.
Στη δεύτερη αίθουσα της έκθεσης επισημαίνεται ακόμη μία σημαντική εξέλιξη, που εντοπίζεται στην απεικόνιση του ομοφυλόφιλου ανδρικού σώματος. Η αλλαγή αυτή αφορά τη μετάβαση από τα πιο νεανικά ανδρικά σώματα σε πιο αθλητικά και μυώδη. Για να κατανοήσουμε πώς ακόμη και μια τέτοια μεταβολή ενέχει βαθύτερη σημασία και συμβολισμό, αρκεί να αναλογιστούμε ότι η πιο νεανική απεικόνιση ενσαρκώνει την πρώιμη αντίληψη πως ένας ομοφυλόφιλος γεννιόταν με το σώμα του ενός φύλου αλλά την ψυχή του άλλου. Αυτό άλλαξε δραστικά τον 20ό αιώνα, καθώς αναγνωρίστηκε πως μια ταυτότητα μπορεί να είναι ταυτόχρονα ανδρική και ομοφυλοφιλική. Το ενδιαφέρον, ωστόσο, είναι ότι παράλληλα, αντίστοιχη μετατόπιση δεν εντοπίζεται στην απεικόνιση ομοφυλόφιλων γυναικών από ομοφυλόφιλες καλλιτέχνιδες.

Σε αυτό το σημείο, θα ήθελα να αναφέρω ότι μου άρεσε ιδιαίτερα το γεγονός ότι η έκθεση αντιμετώπιζε σχεδόν ισότιμα την ιστορία του έρωτα μεταξύ ανδρών και μεταξύ γυναικών. Δεν περιοριζόταν δηλαδή στην πολύ συχνότερα καταγεγραμμένη και προβεβλημένη ιστορία της ανδρικής ομοφυλοφιλίας, αλλά έδινε χώρο και στις γυναικείες εμπειρίες, σχέσεις και καλλιτεχνικές εκφράσεις. Αυτό έκανε την αφήγηση της έκθεσης αισθητά πιο ολοκληρωμένη.
Εκτός όμως από τη δυνατότητα της ελεύθερης απεικόνισης ομοφυλοφιλικών θεμάτων και σωμάτων, τι συνέβαινε και συμβαίνει σε κοινωνίες και περιβάλλοντα όπου ακόμη και σήμερα οι σχέσεις ατόμων του ίδιου φύλου είναι απαγορευμένες ή ακόμη και ποινικοποιημένες; Σε αυτές τις περιπτώσεις η σημειολογία της εικόνας αποκτά άλλη βαρύτητα, με την εικόνα να λειτουργεί συχνά με κώδικες. Σχετικά με τον κώδικα και το σπάσιμό του θα μπορούσαμε να συγκρίνουμε δύο έργα καλλιτεχνών διαφορετικών εποχών που υπήρχαν στην έκθεση. Το δεύτερο και μεταγενέστερο πήρε έμπνευση από το πρώτο, αλλά έγινε πολύ πιο σεξουαλικό και αποκαλυπτικό. Πρόκειται για το έργο «Γυμνοί ψαράδες και αγόρια στην καταπράσινη όχθη» του 1900 από τον Ludwig von Hofmann και το μεταγενέστερο «Λουόμενοι στο φαράγγι της Μπρέγκια» του 1927 από τον Paul Camenisch.
Δεν απουσιάζουν φυσικά από την έκθεση και οι αναφορές στο φύλο και την ταυτότητα. Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα εμφανίζονται νέοι όροι και κατηγορίες για ανθρώπους των οποίων η ταυτότητα φύλου δεν αντιστοιχούσε στο φύλο που τους αποδόθηκε κατά τη γέννηση. Με την άνοδο του ναζισμού, όμως, η κοινωνική και θεσμική καταστολή εντάθηκε δραματικά, με τη δίωξη των ομοφυλόφιλων ανδρών και την ευρύτερη καταστολή όσων δεν ανταποκρίνονταν στις κυρίαρχες αντιλήψεις για το φύλο και τη σεξουαλικότητα. Κάτι που, δυστυχώς, παρατηρείται και σήμερα. Ωστόσο, παρά την καταστολή και τον κοινωνικό αποκλεισμό, οι καλλιτεχνικές και προσωπικές εκφράσεις, ομοφυλόφιλων, τρανς και κουήρ ατόμων συνεχίστηκαν.

Όλα αυτά όμως, με κέντρο μελέτης την Ευρώπη. Τι συνέβαινε με τον έξω κόσμο; Όπως και σε πολλά άλλα ζητήματα, υπάρχουν δύο οπτικές σχετικά με τις εικόνες και τις αντιλήψεις εκτός του ευρωπαϊκού χώρου: από τη μία η ευρωπαϊκή οπτική και από την άλλη ο τρόπος με τον οποίο οι ίδιοι οι άνθρωποι αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους. Οι Ευρωπαίοι αποικιοκράτες μετέφεραν τις δικές τους θρησκευτικές και κοινωνικές αντιλήψεις, ενώ σε αρκετές κοινωνίες υπήρχαν ήδη διαφορετικές αντιλήψεις για τις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων του ίδιου φύλου και, γενικότερα, για το φύλο. Αξιοσημείωτο παράδειγμα αποτελεί η σφαγή των ιθαγενών από τους Ισπανούς το 1513 στον Παναμά, η οποία επικεντρώθηκε σε άτομα που οι Ισπανοί θεώρησαν ότι ανήκαν σε ένα τρίτο φύλο. Πολύ μεταγενέστερα, τον 19ο αιώνα, οι Ευρωπαίοι χρησιμοποίησαν τους όρους «παιδεραστία» και «σοδομισμό» για να περιγράψουν ηλικιακά διαφοροποιημένες μορφές ανδρικών σεξουαλικών σχέσεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, συμβάλλοντας στην παρουσίασή της ως μιας πιο αδύναμης, παρακμιακής και ηθικά διεφθαρμένης αυτοκρατορίας. Το παράδοξο είναι, βέβαια, ότι οι ίδιοι δυτικοί καλλιτέχνες που καταδίκαζαν αυτή τη σεξουαλική ελευθερία την αξιοποίησαν καλλιτεχνικά ως κάτι το εξωτικό και το ερωτικό.
Εκτός από τις κυρίως συνολικές τρεις αίθουσες, στο κέντρο τους υπήρχαν και μικρότερες υποενότητες, όπως η βιτρίνα αφιερωμένη στο Ινστιτούτο για τη Σεξουαλική Επιστήμη, που ιδρύθηκε στο Βερολίνο το 1919 από τον Magnus Hirschfeld. Δεν θεωρώ τυχαίο ότι από τα πρώτα πράγματα που έκανε η εθνικοσοσιαλιστική κυβέρνηση του Hitler και οι οπαδοί της ήταν να κλείσει και να βανδαλίσει το ινστιτούτο και να κάψει τα βιβλία της βιβλιοθήκης του. Σε μια άλλη προθήκη πληροφορούμαστε για την ομοφυλοφιλία στην Ελβετία, όπως το άνοιγμα του πρώτου λεσβιακού κλαμπ Amicitia τον Αύγουστο του 1931 στη Ζυρίχη, αλλά και για αρχειακές πηγές που αποτυπώνουν πτυχές της ομοφυλοφιλικής ζωής στη Βασιλεία, όπως περιοχές cruising και αστυνομικές καταγραφές.

Γενικότερα, έμεινα αρκετά ικανοποιημένος από την έκθεση, καθώς ήταν ιδιαίτερα εκπαιδευτική ως προς τον τρόπο με τον οποίο η αντίληψη της ομοφυλοφιλίας και της ομοερωτικής επιθυμίας εξελίχθηκε και έχει αποτυπωθεί στην τέχνη. Παρουσίασε ζητήματα που ήταν σε μεγάλο βαθμό άγνωστα σε εμένα και μου έδειξε για ακόμη μία φορά πόσα μπορούν να προσφέρουν οι σπουδές φύλου στην κατανόηση όχι μόνο της τέχνης, αλλά και της ίδιας της κοινωνίας.
Κλείνοντας, ίσως δεν είναι εντελώς τυχαίο ότι μια τέτοια έκθεση αποκτά ιδιαίτερη σημασία σήμερα, σε μια περίοδο κατά την οποία επανέρχονται δημόσιες αντιπαραθέσεις γύρω από την ομοφυλοφιλία, το φύλο και την ταυτότητα. Η ιστορία που μας έδειξε η έκθεση υπενθυμίζει ότι οι αντιλήψεις γύρω από τη σεξουαλικότητα και το φύλο δεν υπήρξαν ποτέ σταθερές ή αυτονόητες. Έχουν διαμορφωθεί, αμφισβητηθεί και μεταβληθεί μέσα στον χρόνο. Ίσως ακριβώς γι’ αυτό η γνώση αυτής της ιστορίας έχει σήμερα ιδιαίτερη αξία: όχι μόνο για να κατανοήσουμε το παρελθόν, αλλά και για να αναγνωρίσουμε καλύτερα τις κοινωνικές συζητήσεις και τις εντάσεις του παρόντος. Θέλω απλά λίγο να μας θορυβήσω αν σκεφτούμε τι συνέβη πριν περίπου εκατό χρόνια, όταν ξεκίνησαν οι κατηγοριοποιήσεις και οι διακρίσεις ανθρώπων, τις συνέπειες που είχε ο πόλεμος που ακολούθησε και να αποφύγουμε τα ίδια λάθη.



Comments