Οι θερινοί κινηματογράφοι δεν είναι μόνο νοσταλγία

Μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι οι θερινοί κινηματογράφοι αποτελούν το highlight του αστικού καλοκαιριού. Αυτές οι μικρές οάσεις λειτουργούν ως κοιτίδες δροσιάς, πολιτισμού και συνάντησης. Είναι ενδιαφέρον ότι, ενώ ο απόηχος του COVID «χτύπησε» τις χειμερινές αίθουσες -σε συνδυασμό φυσικά με τη διάδοση του streaming- στην Ελλάδα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, τα θερινά εξακολουθούν να γεμίζουν.

Στη χώρα μας, ειδικά, η κουλτούρα των θερινών κινηματογράφων είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη. Αποτελεί επιλογή εξόδου ακόμη και από όσους δεν επισκέπτονται τις κλειστές αίθουσες, ενώ εκτιμάται ιδιαίτερα και από τους τουρίστες, ιδιαίτερα όταν η προβολή γίνεται σε κάποιο ειδυλλιακό σημείο. Για τον καθένα παραμένει μοναδική εμπειρία να συνδυάζεται η προβολή μιας ταινίας με τη θέα της Ακρόπολης, της θάλασσας ή κάποιου άλλου τοπόσημου. Και όπως λέμε, it never gets old.
Από μόνα τους, βέβαια, τα θερινά σινεμά αποτελούν στολίδι για μια γειτονιά και συχνά μια λαγουδότρυπα στη νοσταλγία προηγούμενων δεκαετιών, καθώς πολλά βρίσκονται σε ιστορικά κτήρια. Τη δεκαετία του 1990, μάλιστα, τα Υπουργεία Πολιτισμού και Περιβάλλοντος κήρυξαν ως διατηρητέα μια σειρά από θερινούς κινηματογράφους, θεσμοθετώντας την προστασία τους και απαγορεύοντας την αλλαγή χρήσης του υπαίθριου χώρου τους. Η πρωτοβουλία αυτή εξασφάλισε τη θεσμική προστασία ορισμένων από τους σημαντικότερους κινηματογράφους της χώρας.

Όλοι έχουμε βρεθεί σε ιστορικές αίθουσες με στοιχεία Art Deco, που διατηρούν την αισθητική μιας Ελλάδας που ξεθωριάζει μαζί με τις iconic φωτογραφίες αστέρων του ελληνικού κινηματογράφου στα εκδοτήρια ή τις αυθεντικές αφίσες ταινιών της δεκαετίας του ’80.
Όμως, δεν πρόκειται μόνο για χώρους ψυχαγωγίας ή για μέσα νοσταλγίας που έχουν μείνει στάσιμα στον χρόνο. Οι θερινοί κινηματογράφοι αποτελούν τόπους διατήρησης της συλλογικής μνήμης και ανάδειξης τόσο της κινηματογραφικής όσο και της αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς. Πρόκειται για πολιτιστικές υποδομές χαμηλού σχετικά κόστους, αλλά υψηλής κοινωνικής αξίας. Κάνουν τον κινηματογράφο προσβάσιμο, προσφέροντας πολιτιστικές εμπειρίες σε επίπεδο γειτονιάς, χωρίς να κρίνεται απαραίτητη η μετάβαση στο κέντρο της πόλης ή, ευρύτερα, στα μεγαλύτερα αστικά κέντρα.
Φέρνοντας τα παραπάνω στο σήμερα, υπάρχουν περιπτώσεις που η αίσθηση κοινότητας που δημιουργούν οι τοπικοί κινηματογράφοι αποδεικνύεται έμπρακτα. Καθώς δεν υπάρχει ένα ενιαίο θεσμικό πλαίσιο προστασίας σημαντικών χώρων πολιτισμού, παρατηρούμε την τελευταία δεκαετία το κλείσιμο ολοένα και περισσότερων ιστορικών κινηματογράφων. Συνήθως, όχι μόνο χωρίς καμία πρόβλεψη διατήρησης της αρχικής τους χρήσης, αλλά με σκοπό τη μετατροπή τους σε ξενοδοχεία, πολυκαταστήματα ή ακόμα και την κατεδάφισή τους.

Είδαμε πρόσφατα, τον Μάρτιο του 2026, το θερινό «Απόλλων» στη Θεσσαλονίκη να ενεργοποιεί άμεσα την κοινότητα που έχει δημιουργήσει από την ίδρυσή του το 1983. Η διαχείριση του κινηματογράφου δημοσίευσε τον κίνδυνο κλεισίματός του, με σκοπό να κινητοποιηθεί ο κόσμος και οι αρμόδιοι φορείς. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, ο κινηματογράφος θα έκλεινε, προκειμένου το οικόπεδο να δοθεί για αντιπαροχή και να ανεγερθεί πολυκατοικία. Μέσα σε λίγες ώρες συγκεντρώθηκαν χιλιάδες υπογραφές και το αίτημα διάσωσης έλαβε μεγάλη δημοσιότητα.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ήδη από τις αρχές του έτους, η οικογένεια Ράππου, στην οποία ανήκει ο κινηματογράφος, είχε απευθυνθεί με επιστολή στον Δήμο Θεσσαλονίκης, ζητώντας τη συμβολή της δημοτικής αρχής στην προστασία του χώρου. Το θέμα προωθήθηκε από τον δήμαρχο Στέλιο Αγγελούδη στο Υπουργείο Πολιτισμού και στην υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών έργων Κεντρικής Μακεδονίας, χωρίς όμως να υπάρξει κάποια άμεση απάντηση. Η μαζική κινητοποίηση των πολιτών, των ανθρώπων του πολιτισμού και η παρέμβαση των φορέων της πόλης οδήγησε τελικά στο να «παγώσει» το ζήτημα του κλεισίματος του «Απόλλων».
Αντίστοιχη είναι και η περίπτωση του ιστορικού κινηματογράφου «Πάλας» στο Παγκράτι, ο οποίος απειλείται με κλείσιμο και μετατροπή σε σούπερ μάρκετ, καθώς η διαχείριση αδυνατεί να καλύψει τα έξοδα συντήρησής του. Αποτελεί τοπόσημο για τη γειτονιά και σημαντικό δείγμα αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, καθώς κατασκευάστηκε γύρω στο 1925 και διατηρεί μέχρι σήμερα στοιχεία της αρχικής του διακόσμησης. Μάλιστα, έχει χρησιμοποιηθεί από αρκετές κινηματογραφικές παραγωγές ως χώρος γυρισμάτων, αποτελώντας μια πραγματική κλειδαρότρυπα στο παρελθόν.
Ήδη από το 2024, έχει δημοσιοποιηθεί η πρόθεση μετατροπής του σε κατάστημα σούπερ μάρκετ, προκαλώντας κινητοποιήσεις των κατοίκων του Παγκρατίου. Οι ποιοτικοί παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από τους αρμόδιους φορείς του Υπουργείου Πολιτισμού για την κήρυξη ενός χώρου ως διατηρητέου οφείλουν να περιλαμβάνουν, εκτός από την ιστορικότητα και τη μνημειακή του αξία, και τη συνεισφορά του στην καθημερινή ζωή και την πολιτιστική ταυτότητα μιας γειτονιάς.

Η προσπάθεια επενδυτικής αξιοποίησης σημαντικών χώρων πολιτισμού στην Ελλάδα εντείνεται διαρκώς. Το κέντρο της Αθήνας μετατρέπεται σταδιακά σε θεματικό πάρκο που διαμορφώνεται με όρους εξυπηρέτησης του τουρισμού και του real estate. Η απώλεια των χώρων πολιτισμού οδηγεί σε πολιτιστική φτωχοποίηση και συμβάλλει στην υποβάθμιση της πολιτιστικής παιδείας. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αλλά πλήττει αστικά κέντρα και περιοχές με αυξημένη τουριστική πίεση σε ολόκληρο τον κόσμο.
Παραδείγματα από την Ελλάδα και το εξωτερικό δείχνουν ότι οι πρωτοβουλίες προστασίας των πολιτιστικών αγαθών σε επίπεδο γειτονιάς μόνο μικρές δεν είναι. Όπως δημοσιεύτηκε και από τον θερινό κινηματογράφο «Απόλλων», «Η πόλη δεν χρειάζεται άλλη μια πολυκατοικία. Χρειάζεται χώρους πολιτισμού, μνήμης και συνάντησης».



Comments