top of page

Όταν ο Nureyev μάγεψε το Ηρώδειο

  • Writer: Φώτης Φλώρος
    Φώτης Φλώρος
  • Aug 12
  • 5 min read

Υπάρχουν ορισμένες στιγμές στην ιστορία του Φεστιβάλ Αθηνών που έχουν αποκτήσει σχεδόν μυθικές διαστάσεις. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η πρώτη εμφάνιση του Rudolf Nureyev στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού το 1963. Ήταν μια παράσταση που ξεπέρασε τα όρια του χορού· έγινε πολιτικό γεγονός, πολιτιστικό σύμβολο και μια από τις πιο εμβληματικές βραδιές που γνώρισε ποτέ το Ηρώδειο.


Ο Rudolf Nureyev στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού το 1963
Ο Rudolf Nureyev στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού το 1963

Ήταν Αύγουστος του 1963, όταν ο νεαρός χορευτής ανέβηκε για πρώτη φορά στη σκηνή του Ηρωδείου. Η Αθήνα βρισκόταν ακόμη σε μια περίοδο αισιοδοξίας και εξωστρέφειας. Το Φεστιβάλ Αθηνών είχε ήδη αρχίσει να μετατρέπει το αρχαίο θέατρο σε τόπο συνάντησης των σημαντικότερων προσωπικοτήτων της διεθνούς καλλιτεχνικής σκηνής. Εκείνο το βράδυ, όμως, δεν υποδεχόταν απλώς έναν διάσημο χορευτή. Υποδεχόταν έναν άνθρωπο που είχε ήδη περάσει στη σφαίρα του μύθου.


Μόλις δύο χρόνια νωρίτερα, ο Nureyev είχε συγκλονίσει ολόκληρο τον κόσμο όταν, στο αεροδρόμιο του Le Bourget στο Παρίσι, αρνήθηκε να επιστρέψει στη Σοβιετική Ένωση και ζήτησε πολιτικό άσυλο στη Γαλλία. Η εικόνα του νεαρού καλλιτέχνη που εγκατέλειπε τα Μπαλέτα Κίροφ και διεκδικούσε την ελευθερία του απέναντι σε ένα αυταρχικό καθεστώς έκανε τον γύρο του κόσμου. Από εκείνη τη στιγμή, το όνομά του δεν συνδέθηκε μόνο με την τελειότητα της κίνησης, αλλά και με την ίδια την έννοια της προσωπικής ελευθερίας. Ο Nureyev έγινε σύμβολο μιας εποχής που ζούσε στη σκιά του Ψυχρού Πολέμου.


Όταν έφτασε στην Αθήνα, το κοινό δεν ερχόταν απλώς να δει έναν χορευτή. Ερχόταν να αντικρίσει τον άνθρωπο για τον οποίο μιλούσαν όλες οι εφημερίδες του κόσμου.

Κι όμως, μόλις ακούστηκαν οι πρώτες νότες της μουσικής, η πολιτική έπαψε να έχει σημασία.


Εκείνο που έμενε στη σκηνή ήταν ένα σώμα που έμοιαζε να αψηφά τη βαρύτητα. Τα άλματά του δεν έδιναν την εντύπωση ότι ξεκινούσαν από τη γη, αλλά ότι γεννιόντουσαν κάπου ανάμεσα στον ουρανό και τις πέτρες του αρχαίου θεάτρου. Οι κινήσεις του είχαν μια σπάνια ένταση, σχεδόν άγρια, χωρίς ποτέ να χάνουν την απόλυτη ακρίβεια της κλασικής τεχνικής. Ο Nureyev δεν εκτελούσε απλώς μια χορογραφία. Καταλάμβανε τον χώρο.


Ο Rudolf Nureyev με την Margot Fonteyn μπροστά από το Ηρώδειο το 1963.
Ο Rudolf Nureyev με την Margot Fonteyn μπροστά από το Ηρώδειο το 1963.

Δίπλα του βρισκόταν η Margot Fonteyn, η σπουδαία μπαλαρίνα του Royal Ballet. Εκείνη ήταν ήδη ένας ζωντανός θρύλος. Εκείνος, ο επαναστάτης που ερχόταν να ανατρέψει κάθε βεβαιότητα γύρω από τον ανδρικό χορό. Ανάμεσά τους υπήρχαν σχεδόν είκοσι χρόνια διαφορά ηλικίας, όμως, πάνω στη σκηνή ο χρόνος έμοιαζε να καταργείται. Η συνεργασία τους εξελίχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες καλλιτεχνικές συμπράξεις του 20ού αιώνα, και το αθηναϊκό κοινό είχε την τύχη να τη ζήσει από τα πρώτα της βήματα.


Οι εφημερίδες της εποχής μιλούσαν για αποθέωση. Το κοινό σηκώθηκε όρθιο ξανά και ξανά. Εκείνο το βράδυ δεν χειροκροτούσε μόνο την τεχνική ενός χορευτή, χειροκροτούσε μια νέα αντίληψη για το μπαλέτο. Μέχρι τότε, ο άνδρας υπήρξε συχνά ο διακριτικός συνοδός της μπαλαρίνας. Ο Nureyev ανέτρεψε αυτή την ισορροπία. Έδωσε στον άνδρα χορευτή πρωταγωνιστικό ρόλο, δύναμη, θεατρικότητα και μια εκρηκτική προσωπικότητα που δύσκολα μπορούσε κανείς να ξεχάσει. Το Ηρώδειο έμοιαζε να του ταιριάζει απόλυτα.


Ίσως γιατί και οι δύο κουβαλούσαν μέσα τους την ίδια αντίφαση. Το αρχαίο θέατρο είναι μια κατασκευή που αντιστέκεται στον χρόνο, ενώ ο χορός είναι η πιο εφήμερη από όλες τις τέχνες. Μια κίνηση γεννιέται και χάνεται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Κι όμως, ορισμένες παραστάσεις επιμένουν να υπάρχουν για δεκαετίες στη μνήμη όσων τις έζησαν. Έτσι συνέβη και με τον Nureyev.


Τα χρόνια πέρασαν, όμως η σχέση του με την Ελλάδα δεν έσβησε ποτέ. Επέστρεφε συχνά στην Αθήνα, όχι μόνο ως καλλιτέχνης αλλά και ως άνθρωπος που αγαπούσε το ελληνικό φως, τη θάλασσα και την αίσθηση της ιστορίας που αναδυόταν από κάθε γωνιά της πόλης. Ένας από τους πιο στενούς του φίλους στην Ελλάδα ήταν ο Αλέξανδρος Ιόλας, με τον οποίο τους ένωνε το πάθος τους για τον χορό. Ο Ιόλας προτού γίνει μία από τις επιδραστικότερες μορφές της τέχνης του 20ού αιώνα, υπήρξε κορυφαίος χορευτής μπαλέτου.


Ο Αλέξανδρος Ιόλας με τον Nureyev στις πρόβες για τη «Ραϊµόντα» που παρουσιάστηκε στο Ηρώδειο στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών το καλοκαίρι του 1984 σε συνεργασία µε το Μπαλέτο της Όπερας του Παρισιού.
Ο Αλέξανδρος Ιόλας με τον Nureyev στις πρόβες για τη «Ραϊµόντα» που παρουσιάστηκε στο Ηρώδειο στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών το καλοκαίρι του 1984 σε συνεργασία µε το Μπαλέτο της Όπερας του Παρισιού.

Το 1981 ο Nureyev επισκέφθηκε εκ νέου την Αθήνα, αυτή τη φορά και ως χορογράφος και ως χορευτής, µε το Μπαλέτο της Κρατικής Οπερας της Βιέννης, προκειμένου να παρουσιάσει την «Ωραία Κοιμωμένη» και τη «Λίμνη των Κύκνων». Το επόµενο καλοκαίρι ήταν η σειρά του Μπαλέτου της Όπερας της Ζυρίχης με τα έργα «Μάνφρεντ» σε χορογραφία του ίδιου και «Αγών» σε μουσική Stravinsky και χορογραφία Balanchine.


Η τελευταία, όμως, φορά που «πέταξε» πάνω στη σκηνή του Ηρωδείου ήταν το 1984. Ως καλλιτεχνικός διευθυντής συνόδευσε το Μπαλέτο της Όπερας του Παρισιού για να χορέψει στο Ηρώδειο τη «Ραϊµόντα» σε δική του χορογραφία και σκηνικά-κοστούμια του πολύφερνου Νίκου Γεωργιάδη. Ήταν η τελευταία φορά που το αθηναϊκό κοινό τον είδε να χορεύει, καθώς το 1989, όταν το Μπαλέτο της Όπερας του Παρισιού ήρθε ξανά, αυτή τη φορά με τη «Λίµνη των Κύκνων», αν και είχε αρχικά αναγγελθεί πως θα ερμήνευε τον Siegfried, τελικά αντικαταστάθηκε από άλλον χορευτή.


Ο Rudolf Nureyev αποχαιρέτησε το Ηρώδειο το καλοκαίρι του 1991, όταν διηύθυνε τη Wiener Residenz Orchester. Εκείνη την εποχή, καταπονημένος από το AIDS, χωρίς πλέον να μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του κλασικού μπαλέτου, προσπαθούσε να διοχετεύσει την ενέργειά του και να εκτονώσει την ψυχική του ανάγκη για δημιουργία δοκιμάζοντας άλλα ήδη τέχνης.


Όσοι βρέθηκαν εκείνη τη βραδιά στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού θυμούνται έναν άνθρωπο εμφανώς καταβεβλημένο, αλλά με το ίδιο διαπεραστικό βλέμμα. Η σωματική δύναμη που κάποτε συγκλόνιζε το κοινό είχε υποχωρήσει. Η καλλιτεχνική του παρουσία, όμως, παρέμενε σχεδόν αλώβητη. Ήταν σαν να ήθελε να αποχαιρετήσει το αθηναϊκό κοινό όχι με μια επίδειξη δεξιοτεχνίας, αλλά με μια σιωπηλή υπόσχεση ότι η τέχνη μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει ακόμη κι όταν το σώμα δεν ακολουθεί πια.


Το Μπαλέτο της Όπερας του Παρισιού ήρθε ξανά στο Ηρώδειο το καλοκαίρι του 1993 για να παρουσιάσει την τελευταία χορογραφία του, την «Μπαγιαντέρα». Ο Nureyev, όμως, είχε φύγει από τη ζωή μερικούς μήνες πριν, στις 6 Ιανουαρίου 1993, στα 54 του χρόνια.


Ο Rudolf Nureyev κατά τη διάρκεια πρόβας στο Ηρώδειο, © Αρχείο Θηραϊκών Μελετών – Συλλογή Δημήτρη Τσίτουρα
Ο Rudolf Nureyev κατά τη διάρκεια πρόβας στο Ηρώδειο, © Αρχείο Θηραϊκών Μελετών – Συλλογή Δημήτρη Τσίτουρα

Οι παραστάσεις του στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού έμειναν πίσω σαν μικρές ψηφίδες μιας μεγαλύτερης ιστορίας. Της ιστορίας ενός ανθρώπου που άλλαξε για πάντα το μπαλέτο, ενός καλλιτέχνη που χόρευε με την ένταση ενός επαναστάτη και την ακρίβεια ενός κλασικού δημιουργού. Σήμερα, περισσότερο από εξήντα χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση κάτω από την Ακρόπολη, δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί τη σκηνή του Ηρωδείου χωρίς να ανακαλέσει, έστω νοερά, τη φιγούρα του να αιωρείται πάνω από το αρχαίο πέτρινο δάπεδο.


Ορισμένοι καλλιτέχνες αφήνουν πίσω τους έργα. Ο Nureyev άφησε πίσω του στιγμές. Και ίσως αυτές να είναι τελικά η πιο ανθεκτική μορφή τέχνης απέναντι στον χρόνο.

 
 
 

Comments


 

© 2026 by The Dandy

 

bottom of page